Η έρημος είναι σπαρμένη με αυτοσχέδιους – συχνά ομαδικούς – τάφους. Πτώματα χωρίς όνομα έχουν θαφτεί ή πεταχτεί στις ερημιές, έρμαια αρπακτικών που συχνά δεν έχουν αφήσει πίσω τους τίποτα άλλο πέρα από ματωμένα ρούχα.

Σε ολόκληρο το Μεξικό, μητέρες περιπλανιούνται κάτω από τον καυτό ήλιο, σκάβουν τη γη και ψάχνουν τη βαριά οσμή της αποσύνθεσης, ελπίζοντας πως θα βρουν ένα σημάδι που θα δώσει τέλος στην αγωνία τους.

Οι περισσότερες θα περιμένουν για πάντα.

Ρεπορτάζ των Times της Νέας Υόρκης κατέγραψε την αναζήτησή τους, καθώς επίσης και τα ίχνη των άγνωστων νεκρών που έχουν εντοπιστεί.

«Είναι μια φρικτή αβεβαιότητα. Δεν θα την ευχόμουν σε κανέναν», τονίζει η Νοέμι Παντίλα Αλντάθ, που πέρασε δυο χρόνια αναζητώντας τον γιο της Χουάν Κάρλος. Ήταν μόλις 20 ετών όταν χάθηκε μετά το τέλος της βραδινής του βάρδιας σε τοπικό εστιατόριο.

«Αν ήξερα ότι είναι νεκρός, τότε θα ήξερα και ότι δεν υποφέρει», συνεχίζει μιλώντας στους Times. «Όμως δεν το ξέρουμε. Και είναι βασανιστήριο το ότι δεν ξέρουμε».

Το Μεξικό προσεγγίζει ένα φρικτό ορόσημο: εκείνο των 100.000 εξαφανισμένων ανθρώπων, σύμφωνα με την Εθνική Επιτροπή Αναζήτησης του Μεξικό, που κρατά αρχεία που φτάνουν μέχρι το 1964.

Σε μια χώρα σπαραγμένη από έναν ατέλειωτο πόλεμο με τα ναρκωτικά, ο θάνατος είναι παντού. Οι δολοφονίες αυξάνονται αέναα, ξεπερνώντας πλέον τις 30.000 το χρόνο. Μακάβριες εικόνες πτωμάτων στοιβαγμένων σε γέφυρες ή πεταμένων στην άκρη του δρόμου ως προειδοποιήσεις εμφανίζονται στις ειδήσεις. Οι τεχνικές βασανιστηρίων εδώ έχουν τα παρατσούκλια τους.

Όμως οι εξαφανίσεις επιφέρουν τον μεγαλύτερο πόνο. Στερούν τις οικογένειες από την ευκαιρία να θρηνήσουν τους νεκρούς τους, να πάρουν απαντήσεις, ακόμη και να παρηγορηθούν από την ίδια τη βεβαιότητα του θανάτου.

Οι αγνοούμενοι στοιχειώνουν τη συλλογική μνήμη του Μεξικό, αποτελούν συντριπτική επιβεβαίωση της ανικανότητας που επέδειξε η μια κυβέρνηση μετά την άλλη να σταματήσει την αιματοχυσία και να φέρει τους εγκληματίες ενώπιον της δικαιοσύνης.

«Η εξαφάνιση είναι ίσως η πιο ακραία μορφή βασανιστηρίου για τους συγγενείς των θυμάτων», λέει στους Times η Αντζέλικα Ντουράν-Μαρτίνεθ, καθηγήτρια πολιτικών επιστημών στο Πανεπιστήμιο της Μασαχουσέτης και ειδικός στη βία στη Λατινική Αμερική.

Τα πρόσωπα των αγνοούμενων δεσπόζουν σε υπερμεγέθη μπάνερ και αφίσες στις πλατείες ολόκληρης της χώρας, μαζί με μηνύματα των συγγενών τους που εκλιπαρούν για κάποια – οποιαδήποτε – πληροφορία για την τύχη τους.

Όμως ακόμη κι όταν βρίσκονται τα υπολείμματα των πτωμάτων, η αναγνώρισή τους δεν είναι εύκολη υπόθεση. Πολλές φορές, οι ερευνητές περνούν μήνες ολόκληρους να σκάβουν στα χορτάρια και να χτενίζουν το χώμα ψάχνοντας για θραύσματα οστών, πολλών εκ των οποίων μπορεί να αποδειχθούν πολύ μικρά ή φθαρμένα για να αξιοποιηθούν.

Σύμφωνα με τη Ντουράν-Μαρτίνεζ, η κρίση των αγνοούμενων στο Μεξικό δεν αποδεικνύει μόνο την έντονη παρουσία του οργανωμένου εγκλήματος, αλλά και την ευκολία με την οποία οι ένοπλες δυνάμεις χρησιμοποιούν βία.

Μεταξύ των πιο διάσημων παραδειγμάτων συγκαταλέγεται η εξαφάνιση 43 μαθητών το 2014 από επαρχιακό κολέγιο στην πόλη Αγιοτζινάπα. Έρευνα που πραγματοποιήθηκε υπό τον Ενρίκε Πένια Νιέτο, τον τότε πρόεδρο της χώρας, κατηγόρησε τοπικό καρτέλ ναρκωτικών και τη δημοτική αστυνομία. Όμως η συγκεκριμένη απάντηση στο μυστήριο της εξαφάνισης έχει αμφισβητηθεί από διεθνείς ειδικούς, συμπεριλαμβανομένου του ΟΗΕ που διαπίστωσε ότι η διαδικασία «σημαδεύτηκε από βασανιστήρια και συγκάλυψη».

Οι μαθητές πιστεύεται ότι είναι νεκροί. Όμως κανείς δεν ξέρει πού είναι τα σώματά τους, ποιος το έκανε – και γιατί.

Υπό τον σημερινό πρόεδρο, Αντρές Μανουέλ Λόπεζ Ομπραδόρ, οι αρχές έχουν επιχειρήσει να επανορθώσουν για τέτοιες φρικαλεότητες και να βοηθήσουν τις οικογένειες να βρουν τις απαντήσεις που ψάχνουν. Εκτός από την έναρξη έρευνας για τη μοίρα των 43 μαθητών, ο Λόπεζ Ομπραδόρ υποστηρίζει την Εθνική Επιτροπή Αναζήτησης στην προσπάθειά της να εντοπίσει τους αγνοούμενους.

Επικεφαλής της προσπάθειας είναι η Κάρλα Κουιντάνα Οσούνα, δικηγόρος, απόφοιτος του Χάρβαρντ και πρώην εργαζόμενη της Διαμερικανικής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Όταν δημιούργησε την επιτροπή, το 2019, υπήρχαν επίσημες καταγραφές για 40.000 αγνοούμενους.

Συλλέγοντας αρχεία από όλες τις πολιτείες, η Κουιντάνα μπόρεσε να καταλήξει σε ένα σύνολο που ξεπερνούσε κατά πολύ αυτό τον αριθμό – και πλέον έχει φτάσει να είναι υπερδιπλάσιο. Αν και υπάρχουν πολιτειακοί εισαγγελείς που δεν καταγράφουν το σύνολο των στοιχείων τους, εξηγεί ότι πλέον το σύνολο είναι μακράν πιο ακριβές από ό,τι παλιότερα – αλλά και διαθέσιμο στο διαδίκτυο.

Όμως ο εντοπισμός των ανθρώπων αυτών αποτελεί πραγματικό άθλο.

«Η πρόκληση είναι αβυσσαλέα, είναι τιτάνια», σημειώνει η Κουιντάνα. Στη χώρα, ελάχιστα είναι τα εγκλήματα που διαλευκαίνονται. «Από τη στιγμή που δεν υπάρχει δικαιοσύνη, δίνεται ξεκάθαρο μήνυμα ότι αυτό μπορεί να συνεχίσει να συμβαίνει».

Σε επίπεδο πολιτείας, η βελτίωση της εγκληματολογικής τεχνολογίας και του ερευνητικού εξοπλισμού με την προσθήκη drones έχει βοηθήσει στον εντοπισμό πτωμάτων, σύμφωνα με τον Σεζάν Πενίτσε Εσπεχέλ, γενικό εισαγγελέα της Τσιουάουα, που ανήκει στις πλέον βίαιες πολιτείες της χώρας. Όμως μέχρι οι αρχές να εξαρθρώσουν στ’ αλήθεια τις συμμορίες του οργανωμένου εγκλήματος, οι προσπάθειες αυτές θα παραμείνουν μια σταγόνα σε έναν ωκεανό από αίμα, συνεχίζει, προσθέτοντας χιλιάδες άτομα σε αυτή τη λίστα κάθε χρόνο.

Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία, μεταξύ του Σεπτεμβρίου του 2020 και του τέλους Ιουλίου, άλλα 6.453 άτομα έχουν καταγραφεί ως αγνοούμενα.

«Κάθε μέρα, κάθε μέρα σε όλη τη χώρα, συνεχίζουμε να καταγράφουμε εξαφανίσεις», τόνισε ο Πενίτσε. «Αυτό είναι που δεν έχει καταφέρει να αντιμετωπίσει η κυβέρνηση».

Προς το παρόν, οι μητέρες όπως η Παντίλα σε ολόκληρο το Μεξικό, δεν μπορούν παρά να συνεχίσουν να ψάχνουν και να αναρωτιούνται τι συνέβη στα παιδιά τους.

«Μερικές φορές νομίζω ότι θα μπορούσε να είναι ακόμη ζωντανός, άλλες φορές λέω στον εαυτό μου ότι δεν είναι», αναφέρει. «Όμως εξακολουθώ να ελπίζω».

Πηγή: New York Times