Σε αυτό το φέρετρο ακούμπησε η Ελλάδα, αρχές του φθινοπώρου. Αλλά δεν χρειάστηκε ένας μεγάλος ποιητής να συνεγείρει τον κόσμο, βγήκε στους δρόμους αυθόρμητα ο λαός, τη δεύτερη μέρα του αποχαιρετισμού, είπαν ότι έκλαψε και ο ουρανός, όπως η παράδοση θέλει να συμβαίνει με κάποιο θεϊκό τρόπο και τη Μεγάλη Παρασκευή.

Ποιος έμεινε πίσω

Ακούμπησε η Ελλάδα σε αυτό φέρετρο, όταν περνούσε ανάμεσα στους 96 Κρητικούς με τα μαύρα πουκάμισα, που ζάρωναν μόνο από τον αέρα στον Γαλατά στα Χανιά, κι έτσι τελείωσε η αναμονή για τους γονείς και τον αδερφό του, 96 χρόνια ζωής ήταν αυτά, σχεδόν ένας αιώνας.

Ακούμπησε η Ελλάδα σε αυτό το φέρετρο, όπως συμβαίνει πάντα στους δύσκολους καιρούς που ο κόσμος ζητά αποκούμπι, στους καιρούς που νιώθει πώς χάνει την πιο ζωντανή ανάμνηση της νιότης του, στις μέρες και νύχτες που η χαρά απελευθερώνει το δάκρυ, όταν η ελπίδα ξεψυχά, όταν ο αγώνας να τελειώσει η ανηφόρα δύει άνισος, ποιος θα δίνει πια το σύνθημα, ποιος έμεινε πίσω τώρα που εκείνος έφυγε;

Σίγησαν

Σήμαναν οι καμπάνες αλλά οι σάλπιγγες δεν ήχησαν για τον άνθρωπο που όλοι αγάπησαν, που πολλοί ευτύχησαν να γνωρίσουν, που αμέτρητοι άλλοι δεν στάθηκαν τόσο τυχεροί από κοντά να τον αντικρίσουν. Τον άνθρωπο με το εντυπωσιακό παράστημα, τη βαριά φωνή, τη σπιρτάδα στα μάτια και τα μεγάλα χέρια.

Ηταν σα να αγκάλιαζε το πλήθος του κόσμου πάνω τη σκηνή, έτσι όπως διαφέντευε την ορχήστρα, μπερδεύονταν οι νότες στον αέρα, χόρευαν σαν αερικά που μόλις είχαν δραπετεύσει από τις πυκνογραμμένες σελίδες με τα πεντάγραμμα και όλοι τον ένιωθαν δικό τους, εκείνη τη στιγμή, ίσως αργότερα σε άλλες εποχές, στο τέλος όλοι, σίγουρα πριν έρθει το τέλος.

Αρχές του φθινοπώρου, ο Μίκης έφυγε από τη ζωή, και τι ζωή κατάφερε να ζήσει, πόσα μπόρεσε να δώσει, πόσο πολύ κατάφερε να ταυτιστεί με τη ζωή του καθενός σ’ αυτή τη χώρα, το είπε τραγουδιστά, με λεβεντιά, δεν άφησε κανέναν ήσυχο, κανέναν εφησυχασμένο, κάθε τραγούδι κι ένα κάλεσμα σε αγώνα, που ποτέ δεν τελειώνει, που οι δυσκολίες αλλάζουν μορφή όσο αλλάζουν οι καιροί, ό,τι ζήσαμε, ό,τι θα ζήσουμε όμως εκείνα τα μεγάλα χέρια που ορθωμένα δάμαζαν νότες και ψυχές ατρόφησαν και έπεσαν στα πλευρά.

Μοίρασε την ψυχή του

Η Ελλάδα ακούμπησε στο φέρετρο που μετέφερε τον άνθρωπο εκείνο που είχε καταφέρει να τους ενώσει όλους, που μοίρασε αριστερά και δεξιά την ψυχή του, που έσπειρε στον καθένα ξεχωριστά τον σπόρο μιας ιδανικής ζωής, μιας ιδανικής ζωής που στο τέλος θα κερδηθεί, που σαν να άγγιξε το κεφάλι του καθενός και να το έστρεψε τρυφερά προς τον ήλιο, αλλά τα χέρια εκείνα, σταυρώθηκαν πια στο άψυχο σώμα που όδευε στην αγκαλιά της Κρήτης, και η ψυχή στις ρίζες της.

Εβρεξε τις πρώτες μέρες του φθινοπώρου, η κόκκινη τριανταφυλλιά στην αυλή βρίσκει τη δύναμη να θρέψει τα νέα της άνθη.