Σε λίγα χρόνια ο κορονοϊός θα καταλήξει να είναι μια απλή παιδική λοίμωξη

0
2

Σε περίπου δέκα χρόνια, και μετά τη σταδιακή απόκτηση ανοσίας μεγάλου μέρους του πληθυσμού με φυσικό τρόπο και μέσω εμβολίων, πιθανότατα θα είναι όπως οι ιοί του κοινού κρυλογήματος. Θα αποτελεί δηλαδή άλλη μία συνηθισμένη παιδική λοίμωξη, η οποία θα πρωτοεμφανίζεται στην ηλικία των τριών έως πέντε ετών με ήπια συμπτώματα, όπως εκτιμούν Αμερικανοί επιστήμονες, οι οποίοι προβλέπουν ότι τελικά η θνητότητα του κορονοϊού -δηλαδή το ποσοστό θανάτων στο σύνολο των κρουσμάτων- θα πέσει κάτω και από της εποχικής γρίπης (0,1% ή ένας στα χίλια).

Η νέα μελέτη, που ανέπτυξε ένα μοντέλο πρόβλεψης σε βάθος χρόνου, με βάση ανοσολογικά και επιδημιολογικά δεδομένα, εκτιμά ότι ο SARS-CoV-2 θα γίνει ενδημικός κυκλοφορώντας ευρέως στο γενικό πληθυσμό και οι περισσότεροι άνθρωποι στο μέλλον θα εκτίθενται σε αυτόν από την παιδική ηλικία τους. Έτσι, ο κορονοϊός θα «στελεχώσει» τις τάξεις των τεσσάρων άλλων ήπιων κορονοϊών που εδώ και πολλά χρόνια κυκλοφορούν μεταξύ των ανθρώπων και απλώς προκαλούν κρυολογήματα.

Τα εμβόλια δεν θα ξεριζώσουν τελείως τον SARS-CoV-2. Αν τα εμβόλια «φρενάρουν» και τη μετάδοση του κορονοϊού από άνθρωπο σε άνθρωπο (κάτι που μένει να αποδειχθεί), τότε όπως με την ιλαρά, με τον καθολικό εμβολιασμό ο ιός ουσιαστικά θα πάψει να μολύνει τους ανθρώπους. Αν τα εμβόλια αποτρέπουν τη νόσο, αλλά όχι την λοίμωξη και τη μετάδοση (κάτι που θεωρείται πιθανότερο), ο κορονοϊός θα συνεχίσει να κυκλοφορεί ανάμεσα μας, αλλά σπάνια θα προκαλεί σοβαρή νόσο.

Το πόσο γρήγορα ο πανδημικός κορονοϊός θα μετατραπεί σε ενδημικό, θα εξαρτηθεί καθοριστικά από τρεις παράγοντες: πόσο γρήγορα θα εξαπλωθεί ο ιός, πόσο γρήγορα θα γίνουν οι μαζικοί εμβολιασμοί και τι είδους ανοσία θα δημιουργούν τα εμβόλια. Αν π.χ. τα εμβόλια επιφέρουν σχετικά βραχύχρονη ανοσιακή προστασία έναντι μιας επαναλοίμωξης, αλλά μειώνουν σημαντικά τη σοβαρότητα της νόσου, όπως συμβαίνει με τους άλλους κορονοϊούς, τότε ο SARS-CoV-2 μπορεί να γίνει ενδημικός πιο γρήγορα του αναμενομένου.

Οι ερευνητές των πανεπιστημίων Έμορι (Ατλάντα) και Πενσιλβάνια, οι οποίοι έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό «Science